Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

«Ο άνθρωπος και το Σύμπαν» με ομιλητή τον κ. Διονύση Σιμόπουλο

Πραγματοποιήθηκε το περασμένο Σάββατο βράδυ στο πνευματικό κέντρο Τρικάλων η εκδήλωση – ομιλία, με θέμα «Ο άνθρωπος και το Σύμπαν», όπου συνδιοργάνωσαν ο Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Τρικκαίων και το Μουσικό Σχολείο. Ομιλητής ήταν...
...ο κ. Διονύσης Σιμόπουλος, διευθυντής του νέου ψηφιακού Πλανητάριου του Ευγενίδου Ιδρύματος.
Διαβάστε περισσότερα...

Αποστρατεύεται από την Πυροσβεστική για να… «ανάψει φωτιές» στην τοπική Αυτοδιοίκηση

Σε λίγες μέρες ο γνωστός Απόστολος Κωσταρέλος, πρώην διοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Τρικάλων, αποστρατεύεται από το σώμα και είναι έτοιμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στα κοινά… Προς το παρόν είναι στο Αρχηγείο της Πυροσβεστικής στην Αθήνα. Όπως μας δήλωσε ο κ. Κωσταρέλος, είναι...
...διατεθειμένος να συμμετάσχει στο νέο θεσμό του Καλλικράτη, βάζοντας βέβαια υποψηφιότητα… Φίλε Απόστολε δηλώνουμε fun ΚΩΣΤΑΡΕΛΟΣ. Στη φωτό, μαζί με τον αδερφό, του κ. Θανάση Μπουτζιώλη στον πάγκο του Παλαιομονάστηρου και στην άλλη, στο καθήκον σε συμβάν στα Τρίκαλα (Αρχείο trikalaola). Διαβάστε περισσότερα...

Παρέμβαση Σ. Χατζηγάκη για τις κατολισθήσεις στην Ελάτη

Αναφορά στον αρμόδιο Υπουργό Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων κ. Δημήτρη Ρέππα έκανα ο συντοπίτης βουλευτής και πρώην υπουργός κ. Σωτήρης Χατζηγάκης. Ο κ. Χατζηγάκης ζητά από το Υπουργείο να παρέμβει ώστε να αντιμετωπιστούν τα φαινόμενα καταπτώσεων στην Ελάτη, αλλά και...
...στο οδικό δίκτυο σύνδεσης Ελάτης-Βροντερού. Επισημαίνει ότι τα χωριά αυτά είναι «ζωντανά», έχουν πολλούς μόνιμους κατοίκους χειμώνα καλοκαίρι ενώ κατά τις τουριστικές περιόδους ο κόσμος αυτός αυξάνεται κατά πολύ. «Επιβάλλεται να δοθεί οριστική λύση» σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Σ. Χατζηγάκης.
Από το πολιτικό γραφείο
Διαβάστε περισσότερα...

1ος Έλληνας στον Μαραθώνιο της Θεσσαλονίκης ο Τρικαλινός Δημήτρης Τσιούνης

Μία ακόμη επιτυχία για τον Τρικαλινό κλασικό αθλητισμό. Ο Δημήτρης Τσιούνης από την Φιλύρα του δήμου Πιαλείων Τρικάλων, αθλητής του Γ.Σ. Πύλης, κατέκτησε την 1η θέση ανάμεσα στους Έλληνες αθλητές που συμμετείχαν στο χθεσινό 5ο Διεθνή Μαραθώνιο δρόμο «Μέγας Αλέξανδρος», με τον καταπληκτικό χρόνο 2:28:37. Την πρώτη θέση κατέκτησε...
...ένας 21χρονος Αιθίοπας. Η πρωτιά στον Μαραθώνιο Μέγας Αλέξανδρος, ήταν στόχος των τελευταίων χρόνων του 27χρονου Δημήτρη Τσιούνη.
Διαβάστε περισσότερα...

Η μαθητική συνάντηση μετά από μισό αιώνα… (8 φωτό και βίντεο)


«…φύγαμε παιδάρια και επιστρέφουμε μετά από 55 χρόνια με άσπρα μαλλιά ή και χωρίς μαλλιά…», λόγια του κ. Δημήτρη Ρίζου, μέλους της οργανωτικής επιτροπής , στην κάμερα του trikalaola.
Συγκινητικές στιγμές χθες στο Φρούριο Τρικάλων, όπου μετά από 55 χρόνια οι αποφοιτήσαντες άρρενες του 1ου Γυμνασίου Τρικάλων, της τάξης 1954-55, συναντήθηκαν για πρώτη φορά μετά την...
...αποφοίτησή τους. Την πρωτοβουλία ανέλαβε 5μελής επιτροπή, όπου με πάρα πολύ δουλειά, κατάφεραν να συγκεντρώσουν τους συμμαθητές τους, από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Από τους 84 μαθητές που είχε η τάξη, 16 έχουν φύγει από τη ζωή και χθες μνημονεύθηκαν τα ονόματά τους, κρατώντας ενός λεπτού σιγή. Στο βίντεο μιλούν 2 μέλη της οργανωτικής επιτροπής, ο κ. Κωνσταντίνος Μητσιάδης κάτοικος Τρικάλων και ο κ. Δημήτριος Ρίζος κάτοικος Άρτας. Δείτε το βίντεο της χθεσινής συνάντησης και τις αποκλειστικές φωτό στο trikalaola2 εδώ: http://trikalaola2.blogspot.com/2010/04/blog-post_19.html

Τα μέλη της επιτροπής μέσω του trikalaola, αποστέλλουν τα χαιρετίσματά τους σε συμμαθητές τους που είναι στην Αμερική και δεν μπόρεσαν να παραστούν στη συνάντηση. Το trikalaola εύχεται στην τάξη του 1955 να παραμείνει πάντα εφηβική…

Διαβάστε περισσότερα...

Και βίντεο από τη Νίκη του ΑΟΤ μέσα στη Νίκη Βόλου


Από την εξέδρα των Σακαφλιάδων. Το βίντεο είναι από το warragoal Διαβάστε περισσότερα...

Στις 21 τ’ Απρίλη του 1967


Αφιέρωμα στη μνήμη των πεσόντων και σε κάθε λεύτερο Πολίτη
Από το Βάιο Φασούλα
«Φωνές, τσιρίγματα γυναικών, μπερδεμένες φωνές των αντρών στην κατάρα και στο παρακάλι, ματωμένες μύτες και χέρια περασμένα σε χειροπέδες, σπασμένα τζάμια, κα-ρέκλες και...
...τραπέζια, φόρτωμα ανθρώπων στα καμιόνια που ένα απ’ αυτά οδηγούσε ο Γιάννης, ήταν ο αποψινός απολογισμός. Είχαν ορμίσει σαν λύκοι σε μια ψαροταβέρνα δίπλα στη θάλασσα και σε μηδέν χρόνο τα ’καναν γυαλιά καρφιά εσατζήδες και καραβανάδες. Πάνω σ’ αυτό το θέαμα που άφηνε διάχυτη την ανθρώπινη κτηνωδία και το μίσος, με μιας νοστάλγησε ο Γιάννης τις σκοπιές του στρατοπέδου, τις αγγαρείες και το βρισίδι, φτάνει να μην έβλεπε αυτά και να μη ζούσε στιγμές απόγνωσης και πόνου, που δεν μπορούσε να συμπαρασταθεί και να προσφέρει κάτι. Πάλι καλά που δεν τον βάλανε κι αυτόν στο χορό, να ρίξει κι αυτός ξύλο για να νιώσει όπως ένιωθαν οι άλλοι που φορούσαν το χακί, «ήρωες», που τρομάρα τους, αν τους έβλεπες, σηκώνονταν η τρίχα από ντροπή και αίσχος. Δεν είχε πολλές επιλογές. Ή θα ’παιζε το ρόλο του θεατή ή θα ’παιρνε το όπλο του και θ’ άρχιζε να βαρά κι αυτός όσους έβλεπε στο χακί. Αποφάσισε να παραμείνει θεατής, αν κι αυτό ήταν το πιο δύσκολο. Έπρεπε να βγει νικητής μέσα απ’ αυτή την κόλαση των παθών και της αναμό-χλευσης του μίσους...

Κι άρχισαν το φακέλωμα σ’ όλη την πολιτεία
φτιάχνοντας ένα λέρωμα, γιομάτο φαντασία.
Παντού στις πόλεις, στα χωριά, ψάχνανε τους «ενόχους»
και τους αρπάζαν σαν τα ζα, απλούς, φτωχούς κι αθώους.

Κι οι ένοχοι ήταν πολλοί, ολόκληρη η Ελλάδα
και αριστεροί και δεξιοί, ήταν γι’ αυτούς βραχνάδα.
Παππούδες, παραπαππούδες μ’ άσπρα γένια, μακριά,
γιαγιάδες μ’ ασπροπλεξούδες, γιομάτες μ’ αρχοντιά.

Μητέρες κι αδελφάδες, πεντάμορφες κορφάδες
μες στις αυλές στολίζονταν αρχόντισσες κυράδες.
Των γέρων τους χτενίζανε τα άσπρα τους τα γένια
κι οι νεράιδες φέρνανε τα ολόχρυσά τους χτένια.

Ο ήλιος μας ο ξακουστός κι ο κοσμογυρισμένος
πα στα ουράνια γελαστός, ζούσε ευτυχισμένος.
Η πριγκηπέσα τ’ ουρανού, η αστερολουσμένη
δίπλα στο θρόνο του Θεού, στο σμάλτο της πνιγμένη.

Την ομορφιά της χάριζε κι όλο χαμογελούσε
και όλους τους ζωγράφιζε, μαζί τους ξενυχτούσε.
Όλους αυτούς και τα στοιχειά πιάσαν και φακελώσαν
και ζωντανή τη λευτεριά στα κάτεργα μαντρώσαν.

Τη θηριωδία άρχισαν, άγνωστη στη φυλή μας
και όλα τα αλώνισαν, μαύρισαν τη ψυχή μας.
Α ναι, κι εκείνους της Ε.Σ.Α. πώς τους εκάναν έτσι!
Παιδιά, βλαστάρια ζωντανά, της χούντας βάλαν φέσι.

Σαν γκεσταπίτες Γερμανοί, ορμούσαν και χτυπούσαν
και έξαλλοι και μανιακοί, οικτρά τους τυραννούσαν.
Σε καφενέδες μπαίνανε σ’ ακρογιαλιές, σοκάκια
κι αφηνιασμένοι τρέχανε στων γειτονιών σπιτάκια.

Χτυπάγανε και σπάζανε παράθυρα και πόρτες
κι απ’ τα μαλλιά αρπάζανε όλους τους πατριώτες.
Και κάμποσοι σακάτηδες, βγαίνανε τρομαγμένοι
στις καταχνιές μπροστάρηδες, μπαρουτοκαπνισμένοι.

Αετοί που τους εκόψανε, νύχια, φτερά και φόρα
κι όλους τους σακατέψανε στα μέσα του αιώνα.
Βγαίναν και τους ρωτάγανε, ποιο είν’ τ’ αμάρτημά τους;
Κι οι ίδιοι απαντάγανε μ’ ορθό τ’ ανάστημά τους:

«Δεν είμαστ’ εμείς οι εχθροί που ψάχνετε εδώ πέρα
της λευτεριάς είμαστ’ αετοί, της λευτεριάς η μέρα.
Εμείς όλα τα δώσαμε για τούτη την πατρίδα
και την τιμή μας σκώσαμε περφάνια μας κι ασπίδα.

Τίποτα δεν κρατήσαμε που να’ ναι πια δικά μας
τον πλούτο μας μαδήσανε και τα ιδανικά μας.
Και τιμωρίες άγνωστες μας ρίξανε στις πλάτες
δολοφονίες άνανδρες, στων φυλακών τις πλάκες.

Κι ερχόσαστ’ εσείς ξανά, να βρείτε τι, δραγάτες;
Άδεια μας είναι τα κορμιά κι άρρωστες οι ανάπνες.
Μόνο εσείς κοιτάξετε στα στήθια την ψυχή σας
ψαχτείτε, δείτε, έχετε, ακούγετ’ η φωνή σας;»

Μάνες στεκότανε μπροστά, με τα μικρά παιδιά τους
μάνες π’ αφήναν βογκητά και πόναγ’ η καρδιά τους.
Άλλες με χρόνια φυλακή και μαυροφορεμένες
μ’ άσπρα μαλλιά στην κεφαλή, πρόωρα γερασμένες.

Και κάνα δυο στην αγκαλιά, παιδιά είχαν σφιγμένα
της φυλακής κληρονομιά αγνώστου, γιοι, πατέρα.
Απ’ τα σπιτάκια βγήκανε σα να ’ταν στοιχειωμένες
τους αλυχτώντες βλέπανε με τρίχες σηκωμένες.

Μπρος τους στεκόντουσαν ορθοί με ρόπαλα στα χέρια
άγριοι κι επιθετικοί στάζαν σκλαβιά, φοβέρα.
Τα στρίβανε στα χέρια τους, μ’ αυτά ηδονιζόταν
και μέσα απ’ τα μάτια τους, λάμψεις φωτιάς πετιόνταν.

Σαν τα θεριά ήταν πολλοί όπως στα παραμύθια
και περιμέναν τη στιγμή, να ορμήξουν τ’ αγρίμια.
Καμιόνια στέκονταν πιο κει που έφεραν μαζί τους
και των φαντάρων η ψυχή, έτρεμε στη φωνή τους…

Τα καμιόνια ήταν πέντε κι οι οδηγοί στις θέσεις τους. Νέα παιδιά που δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο απ’ το να υπακούουν, έβλεπαν τους βαθμοφόρους και την καρδιά τους να ξεριζώνεται. Συχνά έφτανε η φωνή του Λάζαρου στ’ αφτιά του Γιάννη, μέσα σ’ εκείνη την όμορφη νύχτα, με το ήρεμο κύμα της θάλασσας, τ’ ολόγιομο φεγγάρι και τ’ απαλό αγέρι που χάιδευε και στέγνωνε το δάκρυ. Εκείνη την όμορφη νύχτα που ήρθαν τα θηρία και την έκαναν κόλαση. Μέχρι και το ηλεκτρόφωνο πέταξαν έξω. Όταν άκουσαν ν’ α-κούγεται το τραγούδι «Δραπετσώνα», χίμηξαν σαν λύκοι...»
Απόσπασμα από το: «Στ’ αχνάρια της ζωής Β`»)
Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα – Απρίλης 21 2007-10
pelasgos@fasoulas.de www.fasoulas.de
Διαβάστε περισσότερα...