Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Ιστορίες απ’ το μαντρί του Μήτρου (18ο)

Oι μασκαράδες και ο «Καλλικράτης»
Αποκριάτικες προετοιμασίες στο μαντρί του Μήτρου - Αφιέρωμα
«Δεν πρέπει να περιφρονούμε τις διαλέκτους· εκφράζουν την ψυχή των λαών» (Γκαίτε).
Στην άβατη πλέον περιοχή των ορεινών χωριών της Αργιθέας, (Βλάσι, Πετρίλια, Κουμπουριανά, Ανθηρό, Πετροχώρι, Δρακότρυπα, Οξιά, Φουντωτό, Δροσάτο και άλλα) ο χειμώνας έχει στοιβάξει για καλά φέτος τα χιόνια του και η γοητευτική βουνοκορφή της...

...Καράβας, με όλο το ορεινό συγκρότημά της, δίνουν μια ξέχωρη γοητεία. Η ησυχία και η ηρεμία, όταν οι χιονοπτώσεις διαδέχονται η μία την άλλη, αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά της. Πού και πού, στα διαλείμματα που κάνει ο χιονιάς, ξεψυχισμένα ακούγεται ο απόηχος κάποιου ρέματος που γκρεμίζεται καθώς περνά πάνω από τα παχιά λευκά στρώματα συνοδευόμενος από τις πεινασμένες φωνές των αγριμιών και του Αιόλου. Με το αόρατο δοξάρι του ρυθμίζει ήχο, ταχύτητα κι ανάπνα, που καθώς διασχίζει δέντρα και κλαριά, άλλα τα γκρεμίζει και τα γονατίζει και άλλα τον προσκυνούν σα να ’ναι θεός. Τα άλματά του, πότε παιχνιδιάρικα και πότε χαϊδευτικά, ανακατεύονται στα κρουσταλλένια νερά του γκρεμισμένου ρέματος και τα μετατρέπει σε αφροσύννεφα. Άλλοτε γίνονται άγρια και πότε απειλητικά, καθώς σκίζεται στις κοκαλωμένες σχισμές των βράχων και των δέντρων. Με τα ουρλιάσματά του τρέμει και παγώνει ολάκερη τη φύση και αφού εκτέλεσε όλα τα ακροβατικά του νούμερα, ομαλοποιεί το χαβά του φεύγοντας αδιάφορος.
Όπως σε όλη την περιοχή έτσι κι εδώ, στο μαντρί του Μήτρου, ξαφνικά και απρόβλεπτα εμφανίστηκε ο απλοχέρης Αίολος κι αφού αναποδογύρισε κάμποσα κεραμίδια, ξήλωσε μερικά τσίγκια της στέγης της στάνης, γκρέμισε και το πιάτο του «Ράδιο Μήτρο FM 2000», έσβησε και το μεγάλο τζάκι, έφυγε. Κείνες τις στιγμές που ο αγέρας πραγματοποιούσε τις επιθέσεις του στη στάνη, η Δέσπω, η πολύτεκνη γυναίκα του Μήτρου, βρίσκονταν καθοδόν προς τη στάνη. Εκεί που κόντευε να φτάσει, μπαϊλντισμένη από μια περιοδεία στα γύρω χωριά μπας και συναντήσει τον «άζαπο» και «αμπδάλα» Μήτρο της, ο αγέρας την ακινητοποίησε. Πουφ! Αγανάκτησε! Απελπίστηκε! «Ώρα βρήκες αγιέμ να μι ταλιπωρήσ’» μουρμούρισε και χώθηκε σ’ ένα απόγειο περιμένοντας να τελέψει «η διμονισμένους σκύλους» το όργιό του.
Οργισμένος κι ο τράγος για το απροσδόκητο μασκαραλίκι του αγέρα, καθώς ξεκουμπίστηκε καταπιάστηκε με τις ζημιές που του προξένησε. Πρώτα να επισκευάσει το πιάτο όπου έχει ετοιμάσει μια αποκριάτικη εκπομπή κι όλη τη γύρω ακαταστασία. Αφού όλα τα τακτοποίησε έκατσε δίπλα στο μεγάλο τζάκι να ξεκουραστεί και να σκεφτεί. Ο χειμώνας στα χωριά της Αργιθέας γοήτευε τον τράγο. Στη μεγάλη στάνη του, πόσες δουλειές δεν έχει να κάνει! Τώρα που έχει και γεννητούρια η στάνη παίρνει μορφή γήινου παραδείσου. Το σταμάτημα του αγέρα το διαδέχτηκε πυκνή χιονόπτωση, ο Μήτρος πού να βρίσκονταν δεν είχε ιδέα –κι ούτε που τον ένοιαζε- κι εκεί που στοχάζονταν ματσαλώντας ένα χορτάρι, μια διαπεραστική και γνωστή φωνή έφτασε στα αφτιά του. Αμέσως η στάνη κινητοποιήθηκε, μερικά μεγάλα τραγιά έφτασαν κοντά του, το βέλασμα των ζώων έκανε τη στάνη να βουίξει και η Δέσπω έξαλλη μπήκε στο μαντρί:
01
«Αϊ, αϊ τράε μου! Κράταμι! Κρύψτουν να μη τουν μπλάξω
οι ζαβουλιές του Μήτρου μου, μ’ έκαναν να πλαντάξω
κι απού τσι αμαρτίες του ούλη η πλάση σκούζει
κι μένανε η κεφαλή μ’ απ’ του κακό τσ’ βουίζει.
02
Κι συ μωρέ, γέρο τράε μου, που σ’ είχα μπιστοσύνη
το Μήτρο μου δε φύλαες, μη μας τουν χάψ’ η δίνη,
η λέπρα τουν κουμματικών που τσι έπρεπαν γελάδια,
να φύλααν ουλομερίς χωμένοι στα λαγκάδια.
03
Ακούς εκεί, τσι δόλιας μου, τι μ’ έλαχι να πάθου
που μ’ έσπειρε κι ρσενικά που χουν του νου σια κάτου!
Εφτάδα είν, αχαΐρευτοι, κουντά πέντι θηλ’κά
ει! ιαααα! Τράε μου κράτα με γερά, θα κάνω φονικά.
04
Τι να τουν έχω τράε μου, μ’νάχα για τ’ όνομά του;
Να τουν γροικώ στη χάσ’ στην πιάσει σαν έχει τουν σεβντά του;
Κουντά να χάνιτι κρυφά, σι ξένες αχυρώνες
κι εμέ τσι νύχτες να τρυπάν φαρμακιρές βελόνες;
05
Όχου! Τι θέλου κι στα μουλογάω, παιρ’ν συ χαμπάρ’;
Του νου σου έχεις μαναχά να βόσκεις του κριθάρ’.
Τα ντέρτια μου τ’ αβάσταχτα κι να στα μολοήσω
του ντρόπιασμα απ’ του χουριό δεν ημπορώ να σβήσω.
06
Αϊ χάι, τράε μου, σ’ αντράλισα με τα κογενιακά μ’
να ’ταν αυτά, στουν κόρακα, μαζί με τουν σεβντά μ’!
Ούι! Μάνα μ’ σαν σκέφτουμι! Ναααα! Σαν κάγκιλο η τρίχα,
η ανατριχιά και την ψυχή μ’ την έλιωσε που είχα.
07
Άφκε που οι πουτσαράδες μας πήραν του κατηφόρι
χουριό ν’ ακούσουν, τράε μου, ακόμα και για κόρη
την πιο καλή κι καρπερή με βιος πολύ κι στάνη
σιακάτ νοάν, τα δύστυχα, και μ’ έχουνι μαράνει.
08
Μηδέ του βιος μας θέλουνε, μηδέ νύφες, χωράφια
στρούγκες, λιβάδια, γάλατα, θα μείνουνε στα ράφια.
Πάει η κούτκας τους, κούφιασε, χάθ’καν οι ακαμάτες
του Μήτρου άκσαν συμβουλές κι πήρανε τσι στράτες.
09
Η Μήτρος τα ξεσήκωσε, τα δόλια μ’ παλικάρια
τσι πόλεις ξελουγιάζουνται, σαν ορφανά μανάρια.
Πολιτικάντ’δες, μία βουλά, άκσα κρυφά, να λένε
φτάνει να αφήκουν του χουριό κι ούλοι τους ας κλαίνε.
10
Αχ! Μωρ’ τράε μου εσύ, δε τη θωράς καημένε!
Η ερημιά μάς γύμνωσε τα μάτια ούλων καίνε!
Ααααχ! Καταραμέν’ να’ ν’ αυτοί που φτιάξανι του κράτους
μαντρί του κάναν, τράε μου, κι ιδώ θα ιδούμε κάκτους.
11
Ααααχ! Αφουρισμένε Μήτρο μου, που πρόγκ’ξες τα πιδιά
και αφήκαν τα χουράφια μας σε μαύρη μουναξιά,
για Καπουδίτρια πλάλαγες κι έλεες, «σωτηρία
θα να ’ρθει σ’ ούλα τα χουριά», μα ήταν σκευωρία.
12
Πώς γιόμωσε, μωρ’ τράε μου, ετούτη η πατρίδα
μιλιούνια πα στουν τόπου μας, πρασινουμπλέ ακρίδα.
Κι αν απουμείναν κάμποσις γίδες και προβατίνες
η Καλλικράτσ’ στην ερημιά θε να μας φέρ’ κι πείνες.
13
Τι Καπουδίστριας, Καλλικράτς’ τι σκέδια κι καλούμπες
τι άλλα να ’ναι τάχαμου, απού εγροαρλούμπες;
Στα χωριουδάκια αφανισμό μας φέραν οι βαρβάροι
πάει ο Μήτρος μ’ να πνιεί κι εμένα να κλατάρει.
14
Κομμάτι φταις του λόου σου, που δε με χαμπαριάζεις
κι ούλα του τα μυστικά μι μένα δεν μοιράζεις.
Αυτούνου μονάχα στ’ αχαμνά τα κέρατα σ’ να χώνεις
δώσ’ τον, τουν αχαΐρευτο, δασιά να καρπαζώνεις.
15
Αν δεις τράε μου συρλοϊά να κάνει κατά δω
και ιδείς το Μήτρο με χαρά να κάν’ το συνοδό,
στείλει χαμπέρ’ ογλήγορα με το τραϊ π’ αφρίζει
και απού ράχες αλαργινές μυρίζει και γκρεμίζει.
16
Τούτη φορά ποφάσισα το Μήτρο μ’ να αδράξω
ιδώ στη στάνη, τράε μου, τσι μούσκλες του θ’ αλλάξω
κι θα τουν βάλου ρώτημα, τι θέλει να διαλέξει;
Τουν Καλλικράτ΄ για δήμαρχου που τα χουριά θα μπλέξει,
17
με αγιογδύτες πονηρούς κι άλλους κλεφτοκουτάδες,
που μας αδειάσαν τα χουριά κι ούλους τους μαχαλάδες;
Ή τα χωριά μας ήσυχα ν’ αφήκουν που μας ζώνουν
φίδια, φαρμακερές οχιές κι όλα τα μαραζώνουν;
18
Ν’ ακουστεί το ρέμα μας που πέφτει τραουδώντας
τσουπαναραίοι, μορφονιές να ’ρθουν εκεί υμνώντας.
Ν’ ακουστεί η φλοέρα μας, του γέροντα τραγούδι
και να το ρίχνουν στο χορό, ν’ ανάφτ’ του πελεκούδι!
19
Αυτά μας κλέψαν, τράε μου, κι ο Μήτρος θα πληρώσει
την ερημιά, τη μοναξιά, ιδώ να μετανιώσει
που προσκνάει τσι άρπαγες, που σπέρν’ παντού χτικιό
να καταριέται ου θεός και ούλο μας του χουριό.
20
Άντες να πάνου, η δύστυχη, μπας και τουν συναντήσω
στη στράτα μου άμα βρεθεί, θα τουν ξυλομετρήσω.
Κάλιο να είν’ τ’ ανάσκελα στα χέρια τα δικά μου
στο βιος μας και στη φαμελιά και στύλος στον οντά μου!»
21
Φάνηκε να ξεθύμανε η Δέσπω στο μαντρί της
στον τράγο εμπιστεύονταν, τ’ άνοιξε την ψυχή της!
Τάχα δε μάθαινε κι αυτή της στάνης τους καβγάδες!
Κοντά κι αυτή τον χούγιαζε που άνοιγε μπελάδες,
22
τον τράγο υποστήριζε και όλα τα τραγιά του.
Καθώς στο σπίτι γύρναγε με τρύπια τα πλευρά του
τότε κι ο Μήτρος θύμωνε κι έπαιρνε τις πλαγιές
τους τράγους καταριότανε κι όλες τις κερατιές.
23
Πέρασαν κάμποσες στιγμές κι ο τράγος την κοιτάζει
τη Δέσπω που ασίγαστα όλο αναστενάζει
τώρα που του’ πε όλα αυτά και για τον «Καλλικράτη»
και για του Μήτρου πονηριές και άθλια απάτη,
24
που τρέχει σε όλα τα χωριά κι η Δέσπω τον γυρεύει
τον «Καλλικράτη» με ειρμό και οίστρο μαγειρεύει.
Η ερημιά που έπεσε κι είναι βαριά κατάρα
δούλοι γαλαζοπράσινοι ρίξαν πυκνή αντάρα!
25
Κι είμαστε στην Αποκριά κι έρχονται καρναβάλια
κι ο τράγος τούτη τη χρονιά κάλεσε και βουβάλια.
Στρούγκες θα ’ρθουνε κοντινές κι η στάνη θα γιομίσει
«αμάν αυτός ο τόπους μας ώρα είναι να ανθίσει!»
26
Τον «Καλλικράτη» έφτιαξε με τέχνη στο μαντρί του
στο ένα χέρι του ’βαλε το μαγικό ραβδί του,
στην κεφαλή του ζούπισε το πράσινο καπέλο
και σε ταμπέλα έγραψε με μαραγκού σκαρπέλο:
27
«Εδώ Αργιθεάτικος, Δήμαρχος των Αγράφων!»
Τον έβαλε σε μια γωνιά, σαν αρχηγό ελάφων
έτοιμος να ’ναι, ο δύστυχος, στα πόδια να το βάλει
μην αγριέψουν τα τραγιά κι αρχίσουν άγρια πάλη.
28
Και κάτω απ’ τα πόδια του ξύλα για τη φωτιά του
κι ένα τραγί ατίθασο θα πει το σύνθημά του
όταν ο τράγος, «πυρ» θα πει, η δάδα του να λάμψη
ο «Καλλικράτης» μασκαράς τότε με μιας θ’ ανάψει!
29
Και από την άλλη τη μεριά και μια φωτογραφία
μεγάλων διαστάσεων, για τούτη τη μαφία.
Του στρατηγού που έσκιαζε τα τούρκικα ασκέρια
και σήκωσε τη λευτεριά απάνω ως τ’ αστέρια!
30
Την κρέμασε με προσοχή κι ευλάβεια μεγάλη
τέτοια μορφή και λεβεντιά, πού να ’βρεις τώρα άλλη!
Καραϊσκάκης Γεώργιος και άστραψε η στάνη,
«τ’ ασκέρι σ’ Μήτρου να τον δει να νιώσετε σα νάνοι!»
31
Του χάιδεψε ευλαβικά, κουμπούρια και μουστάκια
και στο αφτί του έσκυψε πιάνοντας τα χεράκια:
«Ψιτ!», του λέει σιγανά, «άκου, μη λησμονήσεις,
ούλους τους Καλλικρατικούς τήρα να τους προγκίξεις!
32
Και που ’σαι, Γιώργη μ’ αρχηγέ, ρίξε μια μπαταριά
τα ζλάπια να τρομάξουμε τούτη την Αποκριά.
Στη στάνη θε να σκώσουμε ψηλά το πανηγύρι
δω στα χωριά μας, Στρατηγέ, σ’ έχουμε νοικοκύρη!»
33
«Μπεεε! Όχου! Δέσπω να χαρείς ξεχάστηκα στ’ αλήθεια
με τα τραγιά, με το μαντρί και χίλια παραμύθια!
Μη χολοσκάς, το Μήτρακλα, θα τον εσυγυρίσω
τα Καλλικράτικά του θα αναποδογυρίσω.
34
Το Μήτρο τον καλέσανε στον κάμπο αρχοντάδες
κι ανήμερα της Καθαρής θα ’ρθει με μασκαράδες.
Χούι! Τσούκ!, τσούκ! Κερά-Δέσπω μου, θα ’ρθει μ’ ενισχύσεις
να ’σαι εδώ, να δεις χορό, να ’ρθεις να λιβανίσεις,
35
κοντά μαζί με τη φωτιά ούλους να αφορίσεις
πράσινους, μπλε και παρδαλούς να τους ταρακουνήσεις!
Κι αν δε το πάρουνε χαμπάρ’ που ’ναι υπνωτισμένοι
οι τράγοι μου που είναι εδώ κι είναι εξοργισμένοι,
36
τα κέρατά τους στα μεριά των εκσυγχρονιστάδων
θα χώσουν, κερά-Δέσπω μου σ’ άχρηστων μπουραντάδων
και σ’ ούλους θα κρεμάσουμε κυπρί απ’ το μαντρί μας
και μέσα απ’ το Ράδγιο εφέμ θα πέσει το κεντρί μας!
37
Σε θέση μάχης θα ’μαστε και παρατεταγμένοι
σαν τ’ Αλεξάντρου φάλαγγες πιστοί και ενωμένοι.
Έτοιμοι γι’ αντεπίθεση αρνιά, γίδες και τράγοι,
μονάχα απ’ την ανάπνα μας θα λιώσουνε και πάγοι.
38
Πως περιμένω τη στιγμή κι ας βρέξει κι ας χιονίσει!
Η Καλλικράτης κατά δω δεν πρόκειται να ζήσει!
Άντε, κερά μου, Δέσποινα, πάνε στο σπιτικό σου
ταχιά που θα ’ρθεις στη γιορτή φέρε το θυμιατό σου!»
39
Έφυγε η Δέσπω με χαρά, ικανοποιημένη
πίσω της άκουσε φωνή γνωστή και διψασμένη
του τράγου ήταν δοκιμή στο Ράδιο δυο χιλιάδες
παράσιτα, στα λόγια του και κάποιοι κερατάδες.
40
«Μπεεε! Εδώ το ράδγιο, Μήτρος, σας συνδέω στων κυμάτων
των βραχέων, των κεράτων, των μεσαίων και βαρβάτων!
Μεταδίνουμε σε εφέ απ’ του τράγου το μαντρί
σ’ αποκριάτικο ρυθμό με κουδούνια απ’ το καπρί!
41
Νέα θα ’χουμε πολλά στου καρναβαλιού χαρά
κι ούλοι οι πολιτικοί θα ’χουν βγάλει ιλαρά
τις κλεψιές τα σκάνδαλά τους, βολευτές και υπουργάδες
θα περάσουν από δίκη όλες τους οι πονηράδες.
42
Να τους μάθουμε, μας λένε, αχ προβάτες μου και γίδες!
Να τους ξέρουμε, μας λένε, μη τον Παναή τον είδες!
Θα τους βάλουν φυλακή που μας ήπκαν το ζουμί;
Αχ! Αστεία που μας λένε ούλοι οι κομματικοί!
43
Τι Αλμούνιες! Τι κουμμούνες! Τι Μπαρόζοι και Γιωργάδες!
Για σκληρά μέτρα μας λένε ούλοι οι πραματευτάδες.
Μπλέξαμε σε συμπληγάδες απ’ αρπάχτρες πρώτης τάξης
Αααχ! Βρε Μήτρο μ’ που σε βρήκαν, ώρα είναι να αδράξεις.
44
Καλλικρατικοφευρέτες κρέμασε τους τα κουδούνια
και του Παπαντρέα γιο και προπάντων τον Αλμούνια
να βροντάνε σαν καμπάνες να τους βλέπει ο λαός
μες στη δίνη που περνάει να μην είναι μαναχός.
45
Εεε!, μπεεε! Εδώ ράδγιο, μαντρί! Εδώ εφέ δυο χιλιάρκα!
Στην εκπομπή της αποκριάς θα βάλουμε μια νάρκα!
Εν δυο, ακούτε, βρε, εν δυο, εεει άι, χούι, χούι!
Αλιά και αλίμονο του σ’ αυτόν που δεν θ’ ακούει!
46
Εεε! Μπεε! Εδώ ράδγιο Αργιθεάτικο που θα ’χει τρελό γλέντι
και με φωτιές και μπιστολιές του Γιώργη μας τ’ αφέντη!
Μη χάσετε την εκπομπή και το μασκαραλίκι
η Μήτρος κι η παρέα του θα πάθουν ρεζιλίκι.
47
Μπεεε! Εδώ το ράδγιο, Μήτρος, σας συνδέω στων κυμάτων
των βραχέων, των κεράτων, των μεσαίων και βαρβάτων…
Γκουχ! Γκουχ! Τέλος στη δοκιμή απ’ του τράγου το μαντρί
Θα τα πούμε τη Δευτέρα με κουδούνια απ’ το καπρί…!

Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα, Φλεβάρης 11 2010
pelasgos@fasoulas.de http://www.fasoulas.de/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ τα σχόλια να γίνονται μόνον επώνυμα!