Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

21 Μάρτη, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

«Αχ! ετούτος ο αιώνας...»
Αφιέρωμα από τον Βάιο Φασούλα
Στη γιορτή της «Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης», 21 Μαρτίου, ο κόσμος του Λόγου, και ιδιαίτερα οι ποιητές, α-φουγκράζεται ολόκληρο τον κόσμο και κάνει τον...

...δικό το απολογισμό: Τι μηνύματα έλαβε από την ανθρώπινη δίνη και πώς τα αξιοποίησε μέσα από τον δικό του λόγο; Τι και πώς κατέγραψε μέσα από το δικό του ποιητικό «στρατηγείο» την ανθρώπινη ύπαρξη; Πάμε καλά σαν Κόσμος, οδεύουμε προς την πρόοδο και στην ευημερία, προς την ειρήνη και συνύπαρξη των λαών; Ή οδεύουμε προς μια σταδιακή ολική καταστροφή και αν όχι, σε μια περιθωριο-ποίηση από κάθε άποψη;
Οι ποιητές, βλέπουνε άραγε τα κακώς κείμενα του καιρού μας, συμμετέχουν με τα δικά τους «όπλα» καταπο-λεμώντας τα ή περιορίζονται σε έναν καλό λόγο, που ενδε-χομένως κάποιοι εισπράττουν, σε μια αναγνώριση ή και σε μια «θέση» κι εκεί επαναπαύονται; Οι σύγχρονοι ποιητές, γνωστοί και άγνωστοι, και αυτοί που έχουν καταλάβει κά-ποιες θέσεις και οι άλλοι που βρίσκονται ακόμα και εκτός ποιητικού περιθωρίου, οι Έλληνες στην προκειμένη περί-πτωση, πώς αξιοποιούν τα σημερινά δρώμενα;
Μήπως τα σημερινά δρώμενα και γενικότερα οι διε-θνείς εξελίξεις και στο χώρο της κουλτούρας, θα πρέπει να τους προβληματίσουν και να επιστρατευθούν με τον ποιητικό τους λόγο προς κάθε κατεύθυνση, που υποβαθμίζει κουλ-τούρα, άνθρωπο και Πλανήτη κι εκεί να χαράξουν, αυτό που χάραξαν οι πρόγονοί μας: Ξυπνάτε, βρε! Ξυπνάτε!
Βεβαίως καλά είναι και τα ρομαντικά ποιήματα, τα νοσταλγικά, τα ερωτικά, της ξενιτιάς και οποιαδήποτε άλλα που γράφονται στην σύγχρονη εποχή μας. Όταν όμως ο Κό-σμος όλος βάλλεται από δυσάρεστα γεγονότα και ποικίλες καταστροφές και αποκλεισμούς, ποιος κόσμος είναι αυτός που θα διαβάσει τα ποιητικά έργα των σύγχρονων ποιητών, όσο η κοινωνία μας αποσαθρώνεται συνεχώς; Τι είναι εκείνο που πρέπει ο ποιητής να προωθήσει όσο ποτέ; Το πνεύμα ή την ύλη; Ποια είναι η θέση του στις π ο λ ι τ ι κ έ ς - βρώ-μικες και βάρβαρες ίντριγκες, που ασκούνται από το ένα 10% σε βάρος ολόκληρης της ανθρωπότητας; Ποιος άλλος μπορεί να είναι μπροστάρης εκτός από τον ποιητή και τους συμμάχους του; Πώς θα κρατηθεί η ελπίδα που θα οδηγήσει σε ένα καλλίτερο αύριο όταν ο σημερινός ποιητής επανα-παύεται στις... δόξες του επιτρέποντας την καλλιέργεια τού μάταιου;
Πολλά τα ερωτήματα που μπορεί να κάνει ο κάθε απλός άνθρωπος. Αυτό που περιμένει από τον ποιητή είναι να ακούσει το λόγο του. Ένα λόγο που να μοιάζει τους προ-γόνους μας. Αλλά ας συνεχίσουμε να ελπίζουμε και πριν πάμε στο αφιέρωμα να κλείσουμε με λίγους στίχους χάρη της ημέρας, που μεταξύ άλλων δίνει και π ν ε υ μ α τ ι κ ή α ν ά τ α σ η:
«Μη χάνετε το θάρρος σας και είναι μακριά,
εκείνος ο χειμώνας που φαίνεται ψηλά.
Μόνο να φυλαχτείτε!
Βάλτε βαθιά τις ρίζες σας μαζί αγκαλιαστείτε,
αγέρας είναι δυνατός, να μη τον φοβηθείτε!»

* * *
Το έμμετρο-ποίημα : «Αχ! ετούτος ο αιώνας...» αφιερώνεται στην «Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης» (21 Μαρτίου = Ημέρα Πνευματικής Ανάτασης), στην «Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων - ΕΕΛΣΠΗ», στο «Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης», στον «Οργανισμό για τη διεθνοποίηση της Ελληνικής Γλώσσας -0ΔΕΓ», στις φίλες Εφημερίδες και Ιστοσελίδες, στους απανταχού φίλους μου και στην οικογένειά μου. Τούτο το έμμετρο-ποίημα: «Αχ! ετούτος ο αιώνας...» γράφτηκε το πρώτο τρίμηνο του 2005 και ανήκει στη Β` Ποιητική Συλλογή.
Γερμανία 21.03.2005 Βάιος Φασούλας

Αχ! ετούτος ο αιώνας...

Αχ! ετούτος ο αιώνας, πώς θ’ αντιμετωπιστεί;
Όλα δείχνουν σκούρα, μαύρα κι όλοι έχουν στριμωχτεί
κι είμαστε μες στο χειμώνα και η φύση αγκομαχά,
χιόνια, πάγοι, καταιγίδες και το κλίμα μας βογκά
.
Ανεργία-αμαρτία, του αιώνα μας πληγή
που όσο κι αν την καθαρίσεις πιο πολύ αιμορραγεί
τσέπες των λαών αδειάζουν, τα ταμεία δυστυχούν
κι όλοι νιώθουν ληστεμένοι, τους υπαίτιους ζητούν
.
Μένος, Πόλεμος και θράσος, βία, θάνατος παντού
ανθρωπάκια πεινασμένα θύματα του διωγμού
που παντού αυτός δεσπόζει με ποικίλες φορεσιές
και προτίμησή του έχει, να ’ναι δημοκρατικές
.
Κι είμαστε στα πρώτα χρόνια στού αιώνα την ροή
στους δυσοίωνους καιρούς μας, καταστρέφετ’ η ζωή
στα παιδιά μας τι θα μείνει, τι θα λένε στα δικά τους;
πού το μέλλον τους θα χτίσουν, πώς θα ζήσ’ η γενιά τους;
.
Στην ανατολή χαλούνε, κόσμο και πολιτισμούς
βία, μίσος, τυραννία, μ’ άπειρους βασανισμούς,
πολεμοχαρείς δηλώνουν, ότι χαίρονται, γελούν,
να σκοτώνουν τον κοσμάκη, χρέος τους το θεωρούν
.
Να ’ναι άραγε αρρώστια, αθεράπευτη, βαριά,
που στα μάτια τούς καρφώνει πάθη, μίση με σφυριά
και τους παραλύει όλες τις αισθήσεις της ντροπής
και τους μετατρέπει όλους σ’ όναγρους, σχιζοφρενείς
.
Εμπρός, λοιπόν, όλοι μαζί, της γης οι κολασμένοι,
κι αυτά που ρίξανε για μας, οι βρικολακιασμένοι,
σαύρες, σκουλήκια και οχιές να πεταχτούν στα σκότη
μπροστά να βάλουμ’ οδηγό την άνεργή μας νιότη
.
Και λάβαρα να σκώσουμε, των αξιών, του ήθους,
τα κάστρα τους να ρίξουμε, τ’ ανδρείκελα, τους μύθους
και σκιάχτρα καταστροφικά βαμμένα με το αίμα
μαζί να τα γκρεμίσουμε βαθιά μέσα σε ρέμα
.
Μην καρτερούμε άλλο πια τους γήινους σωτήρες
φωτιές σκορπούν, πόλεμους, αρρώστιες και πλημμύρες
κοιτάτε πώς μας σπρώξανε μες στην τροχιά της δίνης
γιοι τ’ ολέθρου, του κακού και της παραφροσύνης
.
Στο ένα χέρι τους κρατούν τη βίβλο λάβαρό τους
στους παθιασμένους στόχους τους εμπαίζουν το λαό τους
κι απ’ τ’ άλλο χέρι, σαν πηγή, το αίμα των αθώων,
Γη, πώς αντέχεις και κρατάς, βάρος τερατανθρώπων;
.
Λέτε, τούτο το πέρασμα να ’ναι το τελευταίο;
Να το δεχτούμε όλοι μας πως ήτανε μοιραίο;
Η μοίρα ή η τύχη μας μάς έστησαν πλεκτάνη
κι αυτές οι δυο μάς δέσανε σαν ζώα στο μαγκάνι;
.
Κι είμαστε μες στο χειμώνα, η φύση αγκομαχά
και της άνοιξης το γέλιο προσδοκούμε με χαρά
κι αυτή πάλι θε να έρθει, σαν και πάντα, ζωντανή,
μα η άνοιξη του κόσμου, πότε θα μας ξαναρθεί;
.
Αν αυτή αργεί να έρθει το οφείλει και σ’ εμάς
κι όσοι είναι βολεμένοι δεν τους νοιάζει ο ντουνιάς
αν αυτός ζει, αναπνέει κι αν το μέλλον του θωρά,
μεσ’ από καπνούς θε να ρθει κι η δική του συφορά
.
Να ’ναι έτσι, να ’ναι αλλιώς, μήπως τη χαρά ξεχνώ;
Μην την ευτυχία κρύβω κι όλα μαύρα τα θωρώ;
Μην και τους βαρβάρους κάνω αγγελούδια κι αρεστούς,
που τα ήθη καταστρέφουν, τις αξίες και λαούς
.
Κυβερνήσεις, κυβερνήτες, υπερόπτες αρχηγοί
εξελίχτηκαν σε δούλους από την υποταγή,
τα συμφέροντα των ξένων σαν θεό τα προσκυνούν
κι άσε τους λαούς στην τύχη, μες στη φτώχια να χαθούν
.
Πώς μπορεί, αναρωτιέμαι, να ’χουμε εξελιχτεί
σε μια κοινωνία βόγκων, πώς το έχουμ’ ανεχτεί;
Να ’χουμε ανοιχτές τις πόρτες στων ανήθικων ορδές
και βορά έχουμε γίνει, στου αιώνα λυκαυγές;
.
Και κρατούν με κτηνωδία των ανθρώπων τη ζωή
και ρυθμίζουν και στραγγίζουν αίμα κι ίδρωτα μαζί
Ποιοι είν’ αυτοί, που λόγια λένε, πλάνης και ψευτιάς
κι όλους μας θωρούν για βλάκες, θύματ’ απατεωνιάς;
.
Τάχα να ’ναι μόνο τούτα, που να έχεις να σκεφτείς
σαν πολίτης μιας πανούργας, όπως έφτιαξαν ζωής;
Λόγους δίνουν, λόγους παίρνουν της Ευρώπης αρχηγοί
σ’ εμπαιγμούς και σε πλεκτάνες έχουν ευθυγραμμιστεί
.
Πώς να τους χαρακτηρίσεις, ω αιώνα που περνάς,
που ’χουν γίνει σαν τα κάστρα που μαστίζει ο βοριάς
πάνω τους αφήνει θειάφι και κατάρα συμπαγή
απ’ τα κύματα του κόσμου που τα σπρώχνουν στη φυγή
.
Αν αυτοί, που ’ναι ηγέτες, συλλογίζονταν σωστά
και τους δείχνανε πως έχουν ήθη δημοκρατικά
και τους λέγαν, «στοπ!» φίλοι, ποια ειρήνη, προκοπή;
Σεις πουλάτε σαν χαρούπια, βία, μίση κι αρπαγή
.
Κι ακόμα να τους λέγαν, η Ευρώπη δεν πουλάει,
την ειρήνη σαν την πόρνη, στα παζάρια δεν την πάει
στους εμπόρους του Πλανήτη, «όχι» λέει, αντιδρά
και το κύρος της κρατάει κι όλους τους θεσμούς φυλά
.
Για γεράκια, που τους λένε, κι αδικούνε του πουλιού
αρχοντιά και ομορφάδα και στολίδι του ουρανού,
γύπες, πρέπει να τους λένε, με λαιμούς σαν τις αρίδες
π’ ορμούνε στα ψοφίμια και βοσκούν σαν τις ακρίδες
.
Πόσα τάχα τέτοια όρνια, αιμοβόρα και σκληρά
είδαμε το πέταγμά τους, στα Βαλκάνια τα φτωχά
να πετούνε τα αβγά τους και να σκάζουν, να χτυπούν
γέφυρες, σχολειά και κόσμο να ρημάζουν, να χαλούν
.
Μήπως τάχατες δεν ρίξαν δίχτυα τρομοκρατικά
και τρομάζουν τον κοσμάκη και του κόβουν την καρδιά;
Για τους Άτλαντες να λένε, να τους κάνουνε θεούς
κι όλοι οι ευρωηγέτες τους υμνούν και προσκυνούν;
.
Να κοιτούν σαν θεατρίνοι πώς πετούνε τα πουλιά
στης Ανατολής τα μέρη και χαλάσαν τον ντουνιά
και το μένος τους ν’ αφήνουν πάνω στους πολιτισμούς
με σφραγίδα του θανάτου, με σφαγές και χαλασμούς
.
Τα Μνημεία τα γκρεμίσαν, πουν’ τ’ αλάτι των λαών
ξέρουν πού χτυπούν οι σκύλοι, με πληθώρα δαγκωνιών
των πολιτισμών η ρίζα, αν κι αυτή ξεριζωθεί,
το αντίπαλο το δέος, αν κι αυτό καταστραφεί
.
τι θα κάνει σαν θα μείνει η ανθρώπινη κραυγή;
Κτήνος πια θα καταντήσει κι απ’ τη στρούγκα δε θα βγει
ήλιο να δει, φως να αδράξει, του ανέμου τη δροσιά
μη θα ξέρει τι σημαίνει, ανθισμένη μυγδαλιά
.
Μόνο που θα ξεχωρίζει που θα στέκετε στα δυο,
η ψυχή του και η γνώση θα ’χουν γίνει ρημαδιό.
Έτσι θέλουνε να είναι, ζώο και ανίδεος
να μασάει το χορτάρι, άγριος κι απολίτιστος



*


Τούτοι είναι, ταύτα είναι, των πραγμάτων η ροή
συνυπεύθυνοι πολίτες που δεν έχουν ακοή
ν’ αφουγκράζονται τα πάθια, να θωρούν τους οιωνούς
κι αυτούς που δείχνει η φύση, που εσύ τους παρακούς,
.
κι ολόκληρη την τάξη που μας έχει υποτάξει
μέσ’ απ’ την προπαγάνδα τη ζωή έχουν αλλάξει
κι ο νους μας σαν το γύψο όπου να ’ναι θα ’χει πήξει.
Ξύπνα κόσμε, ξεσηκώσου, κάν’ την τάξη να βογκήξει .
Έτσι έχουν λειτουργήσει Άτλαντες κι Ευρωπαίοι,
αλλά και οι Ασιάτες κι αυτοί είναι χαδεμένοι
απ’ τη μια φίλους τούς βγάζουν, συνεργάτες εσαεί
κι απ’ την άλλη τρομοκράτες και τρομοκρατούν μαζί
.
Κλείσ’ τα μάτια σου πολίτη το σκοτάδι για να δεις
Άτλαντες και Ευρωπαίους κι Ασιάτες αρπαγής
στο ροκάνισμα της Κύπρου έχουνε επιδοθεί
σώνει και καλά ν’ αρπάξουν την ψυχή απ’ το κορμί
.
Με ποικίλες συνταγές, βρώμες κι άλλες παγιδεύσεις
σαν τη μέγγενη σε σφίγγουν δεν μπορείς ν’ αναπνεύσεις
λύσσαξαν οι Ευρωπαίοι να πιέζουν το νησί,
πώς στη λήθη να περάσει ο Αττίλας, η σφαγή;
.
Χρόνια τώρα με την Κύπρο, πάνω από τριάντα
στ’ αρπαγμένα τμήματά της στήσανε ανδριάντα,
πόσες μάνες καρτερούσαν των παιδιών επιστροφή
τις ελπίδες τους πια χάσαν στα τραπέζια σαν χαρτί
.
Κι όλοι οι πραματευτάδες, έμποροι και πονηροί
Ευρωάτλαντες και Τούρκοι την ανάβουν σαν κερί
κι οι Γραικοί να επιμένουν πως η Κύπρος θα σωθεί
όταν όλη η Ευρώπη θα ισλαμοποιηθεί
.
Μια μεγάλη Αλβανία θα την ήθελαν πολλοί
και τη Χώρα τ’ Αλεξάνδρου όλοι έχουν λιμπιστεί
του Αιγαίου θάλασσές μας και πολλών άλλων νησίδων
τάχα πού μπορεί να φτάνουν τα θράση των νταήδων;
.
Με άχτι τα Βαλκάνια βουλιάξανε στα μίση
χώρες φτωχές κι άμοιρες τους χάρτες τους έχουν σκίσει
και ορμητήρια γίνανε ουσιών κι εμπορίας
πορνείας, δολιοφθορών, όπλων και μαστροπείας
.
Κι είμαστε μες στο χειμώνα με ανέμους δυνατούς
και τα δέντρα είναι άδεια από κλώνους κι οργασμούς
λες και άφησε κατάρα μάγισσας σκληρό ραβδί
και σταλιά να μη μας νοιάζει των ανέμων η ορδή
.
Πόσοι τάχα δε δουλέψαν για την αλλαγή αυτή;
Και τα Μέσα παγιδεύσαν για ν’ ασκούν πειθαρχική
μια πολιτική με πάθια υπέρ πάντων των εχθρών
π’ αντιστέκονται με σθένος στην ορμή των ισχυρών
.
Κίτρινα χαρτιά και πλήκτρα, ράδια και εκπομπές
μεγαλόστομους ακούμε κούφιους λόγους για το χτες
καμουφλάρουνε το τώρα και ανοίγουν τους ασκούς
αποπροσανατολισμούς και ψέμα έχεις ν’ ακούς
.
Βέβαια και τα δικά μας, μήπως λειτουργούν αλλιώς;
Λιγοστές οι εξαιρέσεις που τολμούνε σχετικώς
γνώμες να παρουσιάζουν, που ν’ αλλάζουν τη ροή
όλων των κακών πραγμάτων που ’χουνε σχηματιστεί
.
Των κρατών οι εξουσίες μοίρα γίναν των λαών
αν καλά μαζί τους τα ’χεις ανεβαίνεις στων θεών
στα ψηλά σκαλιά, και δόξες, θ’ αποκτήσεις στη στιγμή
φτάνει να δεχτείς με σθένος η φωνή σου να χαθεί
.
Και αυτό σημαίνει ότι, πλέον μπαίνεις στη γραμμή
και τα κόμματα στηρίζεις, δε φωνάζεις άλλο, μη!
Τότε γίνεσαι και φίλος και σε σκώνουνε ψηλά
φτάνει να μη βλέπεις άλλο τι συμβαίνει χαμηλά
.
Αν φυσά βραστός αέρας κι έχει γεύση πυρκαγιάς,
αν στο πέρασμά του φέρνει θειάφι, σκόνες και βογκάς
αν ακούς πικρές σειρήνες που σκορπίζουν πανικούς
τον βομβών και των πολέμων ήχους εφιαλτικούς
.
Αν στα μάτια σου το δάκρυ κρούστας πάρει τη μορφή
αν περίεργη γυαλάδα στα αγγίξει μιαν αυγή
αν στο στήθος πόνους νιώσεις κι ο τρόμος σε γαντζώσει
τότε μάθε πως κι εσύ ακριβά θα ’χεις πληρώσει
.
Έτσι θέλουνε να είσαι κόμματα και μουμουέ
να μη βλέπεις τι συμβαίνει, άλαλος, κωφός κι ουαί
αν σαν άνθρωπος δεν ξέρεις γιατί ήρθες στη ζωή
μένεις δούλος, μένεις άδειος, άχυρο χωρίς ψυχή
.
Αν σου μάθανε μονάχα να μιλάς θρησκευτικά
χειροφίλημα να δίνεις στων παπάδων ιερά
χέρια που την αμαρτία έχουνε ερωμένη
στο διάβολό τους την ψυχή πούλησαν προδομένη
.
Μόνο που τους άρπαγες δε νοιάζει τι θα πει, ψυχή
ψυχή έχουν τα θύματα και αυτοί την ενοχή
διαφθορά προσκύνησαν τούτου του παραδείσου
φτου! φτύσε στα στήθη σου, τραντάξου και εξοργίσου
.
Αυτοί λοιπόν μας φέρανε πάθια και κολαστήρια
και στη ζωή μας έστησαν βρωμιά κι εκκολαπτήρια
και μας παράγουν φάρμακα που φέρνουν υπνηλία
για τους πολλούς, τους δύστυχους, στους λίγους αϋπνία



* * *


Έτσι λειτουργούν κι έξω στων απόδημων πατρίδες
Σύλλογοι κι άλλοι χώροι χωρισμένοι σε παρτίδες
τα σχολειά μας και η γλώσσα χάνονται σε αντάρες
και τα πάθια μας πληθαίνουν γίνονται τρομάρες
.
Ψέματα δω, ψέματα κει, έχεις πλέον κουραστεί
Κα σαν ακούς λέξεις, «αδέλφια» νιώθεις βαριά ντροπή
και στη ράχη ανεβαίνει σύγκρυο παγωμένο
και η τρίχα σαν αγκάθι, άγριο, θυμωμένο
.
Τη σκιά σου πια φοβάσαι πιότερο κι απ’ τα στοιχειά
την εμπιστοσύνη χάνεις δεν τη δίνεις πουθενά
και το φίλο, που θωρούσες, πως σου ήταν πιστευτός
ψευταρά τώρα τον βλέπεις και σ’ ανάβει πυρετός
.
Σαν θυμάσαι, όλο τρίζεις τις μασέλες και φυσάς
την αχαριστία νιώθεις έντονα κι αναζητάς
αν καλό έχεις προσφέρει στη φιλία την παλιά
κι αν εσύ έχεις εισπράξει χαμογέλι μια σταλιά
.
Το φίλο σου αντάμωσες, τυχαία μια ημέρα
και μόλις τον πλησίασες αυτός έκανε πέρα,
θα σκιάχτηκε, ο άμοιρος, μη του ζητήσεις χάρη
τώρα λίγο π’ ανέβηκε καβάλα σε μουλάρι
.
Γεια σου, βρε Κώστα, πού γυρνάς σα να ’σαι καβαλάρης
κι ούτε που καταδέχεσαι το χέρι μου να πάρεις
κι εγώ που πάντα νόμιζα πως μοιάζαμε στο πνεύμα
Κωστή μου, πάντα μου ’λεγες, έχουμε ίδιο αίμα
.
Πώς νόμισα για μια στιγμή πως είν’ ανεβασμένος;
Να κάθετε σαν το θεό δαφνοστεφανωμένος
Τι οπτασία και αυτή, που μου ’φερε κομμάρα
σαν θάρρεψα τον Κωσταντή, έπαθα και λαχτάρα
.
Με την υπεροψία του, την ακαταδεξιά του
μυγιάγγιχτος μη και σταθεί μύγα στα κέρατά του,
δε τα ’βλεπε, ο φουκαράς, πως τα ’χε αποκτήσει
στο κούτελό του δυο χοντρά είχανε ξεμυτίσει
.
Μπα! είπα με συλλογισμό και σάλιο που πικρίζει
και η ψυχή μου μέσα μου αρχίζει να μουγκρίζει
πώς ημπορεί στην κεφαλή ο νους μου να χωνέψει
του φίλου τα αισθήματα πώς τα ’χουν σακατέψει;
.
Να προσκυνήσω, ο ταπεινός, στα πόδια του μπροστά
μπορεί να μ’ έριχνε μετά καμιά, αφ’ υψηλού ματιά
βασιλική υπόκλιση, στα πόδια του να σκύψω
κι όλα μου τα οράματα μέσα μου να τα κρύψω
.
Όχου! πού τα θυμήθηκα του Κωσταντή τα νάζια!
Πώς καταντά ο άνθρωπος σαν πέσει στα γρανάζια;
Να τον ρουφούν οι μηχανές, σα να ’ναι ένα μύδι
κοντά να τον πετούν με μιας στα άχρηστά τους είδη
.
Αχ! τούτος ο αιώνας, πώς θα είν’ το βάδισμά του;
σαν σαρωτικός τυφώνας οργιά στο πέρασμά του,
αγριεύει, θεριεύει καίει και δολοφονεί
λες και θέλει στα πανούργα όντα να εκδικηθεί
.
Τις ελπίδες μάς μαντρώνει κι οράματα θολώνει,
και τα χείλη των ταγών, από «ναι» τους τα μπουκώνει,
των λαών τις προσδοκίες, άλλαξε σ’ ανησυχίες
κι από το παπαδοσόι, τρέχουν οι αμαρτίες
.
Στην Ευρώπη κι η Ελλάδα βρίσκεται κι αλωνίζει
τον πολιτισμό, τη γλώσσα, συνεχώς τα χαραμίζει.
Ω Ελλάς των αρπάχτρων και λοιπόν παραρτημάτων
τους πολίτες σου εμπαίζεις χάρη ξένων συστημάτων
.
Ελλάδα μου, πατρίδα μου, αγγελική μου ρούσα
των θεών όλων μητέρα, σε χορεύουνε στη σούζα
και σ’ αρμέγουνε τα στήθια και σου στύβουν την καρδιά
σε πουλάνε μύθους κι ήθη και σου πνίγουν τη λαλιά
.
Τη φωνή σου δεν ακούω, της καρδιάς σου τους παλμούς
κι όλους γύρω μου φωνάζω, για να διώξω τους εχθρούς
και την Κύπρο αφουγκριέμαι, που την παίζουν στο χαρτί
Άτλαντες και Ευρωπαίοι, Ασιάτες και Ρωμιοί
.
Τους ομογενείς παιδεύει με τα ομογενειακά
θέματα που όλα καίνε και ανάβουν πυρκαγιά
και τους γηγενείς εμπαίζει με σαχλή πολιτική
χόρτο παστεριωμένο τους σερβίρει για ταγή



* * *


Η Ελλάδα των κομμάτων έχει και οργανισμούς
και για μας τους αποδήμους έχει στήσει και θεσμούς
κάτι ψεύτες και αρπάχτρες έχουν πέσει στη χλιδή,
κάποιοι που ’ταν να λυπάσαι κι ήτανε χωρίς βρακί
.
Θέσεις πιάσανε μεγάλες στης Ηπείρου τις γωνιές
μα στα μάτια μας δεν είναι παρά κούφιες καλαμιές
και ας περνάν σαν τους ασώτους παραφουσκωμένοι,
από την καλοζωία λειτουργούν υπνωτισμένοι
.
Τους βροντάς συχνά την πόρτα, και τους λες πως είσαι δω
τους θυμίζεις τους σκοπούς τους και του λες, παρακαλώ,
για κοιτάξτε πού πηγαίνουν των Ελλήνων τα λεφτά;
Ποίον έργο συντελείτε στ’ αποδήμου εσχατιά;
.
Χρόνια τώρα καρτεράμε κι αδίκως προσδοκάμε
κι είναι υποχρεωμένοι, σε μας που πια γερνάμε
να μας δείξουνε πώς είναι του απόδημου η ψυχή
του πολιτισμού μας δόξα να μη μείνει ορφανή
.
Μα αυτοί θεό δεν έχουν και στα σύννεφα πετούν
πάντα μας περιγελάνε και τον ίδρο μας σκορπούν,
μα θα βρούνε το μπελά τους σαν θα φτάσει η στιγμή
η ακμή, πρέπει να ξέρουν, φέρνει και την παρακμή
.
Δεν μπορεί να πάει έτσι, σαν κωφάλαλη μαγιά
και κανείς μας δεν τους θέλει, που ’φτιαξαν χοντρή κοιλιά
που σκοπός τους έχουν βάλει να τρυγούνε τα λεφτά
και στους απολογισμούς να γράφουν έργα τρανταχτά
.
Μια του κλέφτη δυο του κλέφτη, λέει ο σοφός λαός
κι ας γράφουν στα χαρτιά τους, αποδήμου οργανισμός.
Και ηγέτες θε να βρούμε, που να νοιάζονται σταλιά
τον πολιτισμό που γέρνει σαν μια γέρικη ελιά
.
Στη μητρόπολη να πούμε κι αύτη να σοβαρευτεί
ρητορείες, υποσχέσεις και που έχει εκτεθεί,
στην Ελλάδα των Ηπείρων, αν μιλά στ’ όνομά της
σεβασμό και αγάπη να ’χει στ’ αφουγκράσματά της
.
Τη διαφθορά ν’ αδράξει κι όλους τους να τους πετάξει
και τους μέσα και τους έξω στα συρτάρια ν’ αράξει
τον απόδημο ν’ αφήσουν στην τροχιά του να γυρνά
ήσυχο απ’ αγιογδύτες και μητέρα να αγρυπνά
.
Ταξιδάκια και γραφεία, ύφος υπεροπτικό
κι αν βρεθείς σ’ ένα γραφείο σε θωρούν γι’ αρπαχτικό
μα σου δίνουν υποσχέσεις, χαμογέλια της στιγμής
κι εσύ φεύγεις φορτωμένος και κοντεύεις να πνιγείς
.
Κι είσαι αγανακτισμένος, οργισμένος κι ο θυμός,
σου ανακατεύει σκότια και γυρνά ο ουρανός
και εικόνες του χωριού σου φτάνουν τώρα ζωντανές
φρίκης, και ανατριχιάζεις, πονηρές και ζοφερές


* * *



Και στο νου σου φτάνει το γαϊδούρι απ’ το χωριό,
πονηρός και γουρλομάτης που ’μαθε στο ρεμπελιό
μα στο διπλανό αχούρι ρίχνει τις κρυφές ματιές
στη γαϊδάρα, που ήταν χήρα, κάνει πονηριές
.
Μια την έχει, μια τη φέρνει κι όλο γύρα της φυσά
αψηλά θέλει ν’ ανέβει και γκαρίζει δυνατά,
μα η χήρα αγριεμένη πάνω του με ορμή
χτύπημα του καταφέρνει και τον ρίχνει κατά γη
.
«Χα!» του κάνει, «τεμπελάκο που το ξύλο αγαπάς
μύγες φτιάξαν βοσκοτόπι στο πετσί σου και βογκάς
μα ζητάς κύρης να γίνεις στο δικό μου το παχνί
και τεμπέλης καθώς είσαι θα χοντρύνεις πιο πολύ»
.
Κι ο γάιδαρος της λέει με φωνή κομπαστική,
«χμ! χμ! δύσκολη, θαρρώ, μου βγαίνεις, κάμποσο σκληρή
μα εγώ σου τάζω χίλιες ευκολίες και καλές
πα στη ράχη μου θα σέρνω τις δικές σου τις δουλειές
.
Κι εσένα θα ζηλέψουν τα γαϊδούρια στο χωριό,
αχ! να είχαμε, θα λένε, τον αφέντη σου θεό
που για όλ’ αυτός φροντίζει κι όλο πονοκεφαλά
τίποτα να μη σου λείπει απ’ τ’ αχούρι σου ξανά
.
«Χε! χε!» γέλασε κείνη και τα δόντια της του δείχνει,
με το ένα της ποδάρι τον πατάει στο τομάρι,
με τ’ άλλο της ποδάρι τον ζουλίζει το κεφάλι,
«Αχ! αυτός ο νοικοκύρης, ταγή τζάμπα σου δίνει».
.
Κι ο γάιδαρος που θέλει να της κάνει τον προστάτη,
σκέφτεται πώς να ξεφύγ’ απ’ το πάτημα στην πλάτη
κι απ’ τ’ ανάσκελα που είναι να γυρίσει στο πλευρό
που εκείνη τον ζουλάει, όπως γάτα ποντικό
.
«Θα σε σκάσω γαϊδούρι, οκνηρέ, υποκριτή
φτάνει να ’σαι πα στην πλάτη και να κάνεις τον νταή
μα δε φταις εσύ, καημένε, που ’χεις γίνει πονηρός
ο κωφάλαλος ο κύρης, που σε θέλει, δυστυχώς
.
Και σου έδωσε μια θέση να ’χεις λόγο και πυγμή
και σαν γάιδαρος που είσαι πήρες προαγωγή,
γαϊδουριάς και πονηράδας αίσχη να σκορπίζεις
κι ότι κινείται γύρα σου θέλεις να καβαλήσεις
.
Άι σιχτίρ κι άφησέ με ν’ αλωνίζω στο αχούρι
κι ας κουβαλώ τα βάρη που το χάνι μου ορίζει
και να λέω, όπως ξέρω, τούτο δω είν’ αγγούρι
τρώγοντάς θα το ξέρω πως αυτό θα με δροσίσει».



* * *


Ω πώς με παρέσυρες, ανάθεμα, ειρμέ μου!
Τάχα πόσα τετράποδα δε μοιάζουνε, καλέ μου!
Σαν του γαιδάρου του χωριού την κουτοπονηριά
που αλλάζουν τη ζωή μας και μοιάζει με μαντριά
.
Όχου εσύ χειμώνα μου ετούτου του αιώνα
πέμπτος είσαι και μαγκούφης, μας έριξες στο γόνα
στην Ευρώπη δεν υπάρχει παραδάκι, δυστυχώς,
κι ο κοσμάκης όσο πάει γίνεται και πιο φτωχός
.
Η διαφθορά δεσπόζει, η ληστεία επικρατεί
μοιάζ’ ο κόσμος μας καμίνι, θα καεί, θα τιναχτεί
μένει μόνο η βοή μας, τρομερή σαν το σεισμό
λάβα μες στα σωθικά μας, ψάχνει να βρει λυτρωμό
.
Έξω να βγει να ξεράσει κι όλη τη βρωμιά να θάψει
σ’ έμπορους, ληστές και δράστες το μπαρούτι ν’ ανάψει
ύλης σάπια μεγαλεία και απάνθρωπα πορνεία
απ’ τη ρίζα να τα κάψει και την τάξη να πατάξει
.
Τι να μένει στον κοσμάκη άλλο πια να καρτερεί;
Τούτοι οι αρρωστημένοι όλα τα ’χουν καταπιεί
Πλήθη φτιάξαν αποκλήρων, μύριων κολασμένων
σταθμοί, παγκάκια και γωνιές χώροι των πεινασμένων
.
Αποβράσματα, τους λένε, κλέφτες και κακοποιούς
χρήστες, πόρνες κι ανωμάλους, μύριους παρακατιανούς,
κι οι πληγές της κοινωνίας γεννούνε και συλλέκτες
στων ρατσιστών τα δάκτυλα, γίνονται αποδέκτες
.
Απ’ τους κάδους μέσα βγάζουν της ημέρας τους φαΐ
πότε ψάχνουν κάνα ρούχο, κάνα σάλι να κρυφτεί
των κοιλιών πετσί τους γύμνια, κεφαλιών και των στηθών
και στα μάτια τους γυαλίζει κοινωνία των παθών
.
Τάχα να ’ναι μόνο τούτοι που πληθαίνουν και βογκούν
και στο τρένο της ζωής τους δεν μπορούν να ανεβούν;
Πόσοι είν’ εγκλωβισμένοι σε παράγκες και αυλές
και με σύρματα φραγμένοι να θωρούν το εκκρεμές;
.
Έγχρωμοι, μαύροι και άσπροι και πιστοί των θρησκειών
του Χριστού, Γιαχβέ, Μωάμεθ και ποικίλων λατρειών
μας ραντίσανε κατράμι κι είμαστε μαυρισμένοι
της γης μάς καταντήσαμε να ’μαστε κολασμένοι
.
Στη δύση που μας σέρνουνε οι βάρβαροι της γης μας
σκιά θα μείνει μόνιμα πάνω στην κεφαλή μας
σκόνες πυκνές θα σβήσουνε του ήλιου οι αχτίδες
κι οι νεκροθάφτες θα κολλούν στα φέρετρα σανίδες
.
Κι αυτό δείχν’ αναπόφευκτο, τέλος, δεν θα τελειώνει
γύπες θα πέφτουν πάνω μας κι η σάρκα δε θα λιώνει.
Μα είναι κι ανατρεπτικό αν σηκωθούμε τώρα
τον ύπνο μας να διώξουμε πριν τη στερνή μας ώρα
.
Προστάτες μας να κάνουμε τη λευτεριά κι ειρήνη,
λάβαρα να τα σκώσουμε να διώξουμε τη δίνη.
Δεν είμαστε, να κρώξουμε, της γης οι κολασμένοι
ήμασταν μόνο θύματα, τεράτων, ναρκωμένοι
.
Σκέψεις, στοχασμοί της μέρας φτάνουν ως το δειλινό
και το βράδυ όταν φτάνει γίνεται εφιαλτικό
δύο κόσμοι συναντώνται και συγκρούονται οικτρά
την ελπίδα στραγγαλίζουν όνειρα τρομακτικά



* * *


Χειμώνας και μας χιόνιζε κάμποσες μέρες τώρα
Γενάρης στα κατάλευκα στο άρμα του αιώνα
και ο Φλεβάρης τα έστρωσε και άσπρισε κι εμάς
με χιόνια που δεν φεύγουνε και όλο τα ψηλαφάς
.
Ας είναι, λες, ζυγίζεις, καλά και άσχημα μετράς
του περσινού Φλεβάρη, πίσω γυρίζεις και ζητάς,
τις παιδικές σου θύμησες ψάχνεις να αναστήσεις
και προσπαθείς νοσταλγικά δυο δάκρυα να χύσεις
.
Κάτι καλά απ’ το παρελθόν έχεις και τα φυλάς
της μάνας σου και του σπιτιού κι όλης της γειτονιάς,
αθώα ήταν, ταπεινή, με λιγοστό ψωμάκι
μα ήταν πλούσια στην καρδιά, σου πρόσφερε νεράκι
.
Αν σαν διαβάτης πέρναγες, σ’ έστρωναν κουρελού
κάτω απ’ τ’ αστέρια ξάπλωνες, τ’ άπειρα τ’ ουρανού
ώρα κουβέντιαζες μ’ αυτά και τα χιλιομετρούσες
με των νυχτοπουλιών φωνές μαζί τους τραγουδούσες
.
Κι όταν ζύγων’ η αυγή σε χάιδευε τ’ αγέρι,
ήλιου αχτίδα μακρινή σε άγγιζε σαν ταίρι
κι από τα σταροχώραφα, πνιγμένα στο χρυσάφι
δίπλα στις χρυσοκαλαμιές των βάτραχων σινάφι,
.
ω τι μαγεία να ακούς βατράχων μελωδία!
Να την γυρνούν πολλές φορές σαν να ’ναι ραψωδία!
Κι από των φύλλων θρόισμα, που χάιδευε τ’ αγέρι
αίγλη να νιώθεις, σαν θεός, σαν γήινο αστέρι
.
Πα στις κορφές να βρίσκεσαι, κάτω από ελάτια
και την αγαπημένη σου να την κοιτάς στα μάτια,
τα χέρια της να της κρατάς, τη μέση της ν’ αγγίζεις
τα διψασμένα χείλη της μ’ έρωτα να δροσίζεις
.
Ν’ ακούς τον πετροκότσυφα, πέρδικα κι αηδόνι
το τζίτζικα να τραγουδά, ν’ ακούς το χελιδόνι
του καταρράκτη γκρέμισμα και να σε γοητεύει
και το ουράνιο τόξο του να σε καταμαγεύει
.
Αυτά κρατάς για θύμισες, για πάντα και για τώρα
κι αυτά τείνουν να λείψουνε στην έρμη σου τη χώρα
κι όλα τ’ αντιπαραθέτεις μες στο σκούρο αχανές
μες στα ανήλια τα φέρνεις να φωτίσουν για στιγμές
.
Και εύχεσαι στα πάθια σου, που μέσα σου οργιάζουν
εφήμερο κι αβέβαιο στον ύπνο σε φωνάζουν
βραδιά, λες, να ’ναι ήσυχη και χωρίς εφιάλτη,
που πάνω σου ολονυχτίς θα βγάζουνε το άχτι



* * *


Αχ! τούτος ο αιώνας, έφερ’ έναν εφιάλτη
μέσα σ’ άγριο μεσονύχτι, στο σεργιάνι να με βγάλει
την αναπνοή μου κόβει, του αλόγου του η ορμή
και της κεφαλής μου τρίχες σηκωθήκαν στη στιγμή
.
Μαύρο ήταν και βογκούσε και επέταγε καπνούς
και τα τζάμια όλα σπάει με τους ποδοβολισμούς
μόνος είμαι, δε θυμάμαι, μα ζητάω συντροφιά
τι λαχτάρα, τι τρομάρα και τι μαύρη καταχνιά!
.
Απ’ τα καπνισμένα χείλια του αλόγου κι αφριστά
με τη χαίτη σηκωμένη και με άγρια τη ματιά
κι η ουρά του σαν καμτσίκι, να σφυρίζει, να γκρεμίζει
και ό,τι βρίσκονταν στο σπίτι όλα τα τσακίζει
.
Ωιμέ και σούζες κάνει και τα χνώτα μου μυρίζει
για φαΐ, θαρρώ, δεν μ’ έχει, προφανώς θα με πατήσει,
κι εγώ μονάχος τρέμω στριμωγμένος στη γωνιά
λέξη δεν μπορώ ν’ αρθρώσω, στο κορμί μου παγωνιά
.
Χλαλοή κι αναμπουμπούλα, ταραχή και πανικός
μέχρι που το μαύρο άτι γύρισε πια πλευρικός
για να δω πάνω στη ράχη μια ολοσκότεινη σκιά
μαύρη πιότερ’ απ’ τη νύχτα κι έχω χάσει τη μιλιά
.
Μήπως είν’ ο μαύρος χάρος, ο αρχιεκτελεστής
που κανέναν δε χαρίζει κι εκτελεί σαν δικαστής;
Πού να ξέρω κι όλος τρέμω, οι μασέλες μου χτυπούν
κι όπως τον κοιτάζω βλέπω γύρα του να τριγυρνούν,
.
μαυροπούλια κι όλο κράζουν και τινάζουν τα φτερά
έτοιμα να επιτεθούν να μου βγάλουν τα μυαλά.
Μη! κι εγώ πάω να κράξω, μη κοράκια της πικρής,
της νυχτιάς του χάρου μάνα, της σκληρής κι οδυνηρής
.
Μα τα λόγια μου δεν βγαίνουν, μόνο ακούω και θωρώ
φραπ! απάνω στ’ άλογό του βρίσκομαι και σπαρταρώ
σαν το ψάρι π’ άγρια αρπάζουν απ’ την πετονιά
και στην αγορά το πάνε βάναυσα και μ’ απονιά
.
Κι είναι νύχτα, ρίχνει χιόνι και ο άνεμος λυσσά
μύριες αστραπές να πέφτουν, να φεγγρίζουν στον οντά
και εθάρρευα μια σκόνη να απλώνεται παντού
σκέφτηκα πως τώρα ήρθε η στιγμή του χαλασμού
.
Κι ο χορός των αστραμμάτων ζωγραφίσαν τη μορφή του
καθώς πίσω του κοίταξε ένιωσα την πνοή του
πα στο καύχαλό του είδα δύο τρύπες ανοιχτές
κι από τ’ αχανές του στόμα έβγαιναν καπνοί, φωτιές
.
Ξαφνικά το άλογό του χλιμιντράει και ορμά
δεξιά και αριστερά του ξεπετάχτηκαν φτερά
και τον τοίχο του σπιτιού μου τον γκρεμίζει κατά γη
κι αψηλά μας ανεβάζει γρήγορα σαν αστραπή
.
Σαν την πίσσα το σκοτάδι είχε απλωθεί παντού
σκότος κάτω, σκότος πάνω, μαύρα πέπλα τ’ ουρανού
ξαφνικά, κάπως να βλέπω, ότι χάραζε στη γη
σύννεφα παχιά και μαύρα, κάποια είχαν τρυπηθεί
.
Και στη γη μας κάτω ρίχνω μια ματιά απ’ τα ψηλά
κι είδα θάλασσες και κάμπους, ακρογιάλια και χωριά.
Μήπως μ’ έφερε ο τρόμος, παραισθήσεις κι εικόνες
από των ανθρώπων πάθη που του δώσαν οι αιώνες; .
Μπαα! άλλα θέλει να μου δείξει τ’ άλογο κι η σκιά
άλλως θ’ άκουγα πως θα ’ταν η φωνή του μαλακιά
Μα αυτός μόν’ αγριεύει και με σέρνει με θυμό
πάνω, κάτω, δώθε, πέρα με φωτιές κι αλαλαγμό
.
Γιος χάρου, ο ίδιος χάρος, πώς να κάνω χωρισμό;
Τη μανία του τη βλέπω και δεν έχει χορτασμό
μέχρι που μουγκρίζει πάλι κι ανεβαίνει πιο ψηλά
και κοντά σαν στούκας πέφτει στον πλανήτη χαμηλά
.
Εε!, λέει κι ανεβαίνει και στον ήλιο με πηγαίνει
Εε!, λέει κι εγώ τρέμω κι η ψυχή μου τώρα βγαίνει
Εε! άναρχε, πανούργε, τη ζωή μόνοι χαλάτε,
τα πλούτη και τα κάλλη της στην κόλαση πετάτε
.
Δες, μαράθηκ’ ο πλανήτης κι αργά αγκομαχάει
άκουσε τα μουγκρητά, πώς χοχλάζει και θα σκάσει,
δες της φύσης τα ποτάμια, τα βουνά, τις πεδιάδες
δες το κλίμα πως βογκά απ’ τους άπληστους φονιάδες
.
Εε! υπάνθρωποι, πανούργοι, φτάνει ώρα πληρωμής
δολοφόνοι, πλησιάζει το σημείο παρακμής
με κατράμια θα λουστείτε και τρομακτικές φωτιές
που εσείς έχετ’ ανάψει στου πλανήτη τις γωνιές
.
Και μουγκρίζει ο καβαλάρης, η αόρατη σκιά
και στα χέρια του κρατά δυο χαντζάρια από φωτιά
στο αγέρι τ’ ακονίζει με υστερικές κραυγές
και στα χείλη μου να φτάνουν, έλα, έλα λυκαυγές
.
Και το άτι χλιμιντράει και πηδάει σαν τρελό
λες και έχει αφηνιάσει και το μάτι του θολό
πότε σύννεφα πηδάει, πότε φτάνει στα βουνά
«φρου, φρου!» φυσάει με άχτι στα ουράνια βουτά
.
Χλιμιντρίσματα, τρομάρες, πάει πια, θα γκρεμιστώ
λίμνη πορφυρή γρικάω, δεν μπορώ να κρατηθώ
λάβα είναι και στο διάβα λιώνει ότι θα βρεθεί
το κορμί μου χαλαρώνει κι έχει πια απολυθεί
.
απ’ τη σκιά κι απ’ το άτι έχει πλέον τιναχτεί.
Χέρια μου κουνώ και πόδια και η τρίχα σηκωτή
δεν μπορεί, σκέφτομαι, λέω, δεν μπορεί, θα κρατηθώ
κάπου θα βρω ένα χέρι, μια ελπίδα πριν χαθώ
.
Χλιμιντρίσματα ακούω τ’ αλόγου από ψηλά
τα φτερά του να τα χάνει και να φεύγουν τα πουλιά,
την σκιά με μιας τη λιώνει μια αχτίδα πρωινή
λίγο πριν στη λάβα πέσω έβγαλα μια ιαχή...
.
Αχ! τούτος ο αιώνας, έφερ’ έναν εφιάλτη
πώς με τρόμαξ’ η σκιά του και το άγριο άτι,
εφιάλτες της ζωής μας είναι οι κατακτητές
και στον ύπνο μας ορμούν, άγριοι καταπατητές
(Γερμανία - Πόλη Φύρτη 21.03.2005)

Βάιος Φασούλας, 42100 Τρίκαλα Ε.Ο. Καλαμπάκας 134
18-03-2010 www.fasoulas.de pelasgos@fasoulas.de


«Αναγκαστικά πρέπει να γυρίζουμε πίσω, προκειμένου να συναντήσουμε τη μήτρα
που γέννησε τη σημερινή ιστορία, η οποία ως σήμερα δεν καταγράφηκε σωστά
παρά κουτσουρεμένα και κάτω απ’ το μακιγιάζ που κατά καιρούς
επέβαλαν διάφοροι λόγιοι και συμφέροντα. Από εκεί πρέπει να αρχίσουμε, απ’ τις ρίζες,
που δεν φαίνονται αν δεν τις σκαλίσεις». Β.Φ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ τα σχόλια να γίνονται μόνον επώνυμα!