Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

Συνάντηση με τη μάνα Μια προσευχή (Αφιέρωμα για τις μητέρες)

Του Βάϊου Φασούλα
Ήρθα και φέτος απ’ τα ξένα, μάνα, να σε βρω
Για να σε συναντήσω, κοντά σου να βρεθώ
Κι ας πέρασαν κάμποσα χρόνια, που σ’ αφάνισαν το κορμί
Κι ας μου το ’λεγαν οι γιατροί να μη σε τυραννώ...
...Να πάψω να ’μαι δήμιος στον πόνο το φριχτό
Μα εγώ, τρανό και άνισο αγώνα, μάνα μου, έκανα για σένα
Δεν άκουγα κανέναν
Αγώνα έκανα με πόνο στην ψυχή το Χάρο να νικήσω
Όμως δεν άργησε να ’ρθει κι απλώθηκε το μαύρο
Έζησα κάτι πιο δυνατό κι απ’ τη συντέλεια του κόσμου
Έζησα σε παροξυσμούς και πόνων παραισθήσεις
Και πίστεψα πως πάει πια, εχάθη όλος ο κόσμος
Και ζούσα μόνο εγώ. Σκέψου πώς ένιωθα!
Κι όμως χάθηκε ο κόσμος, απ’ το ξαφνικό φευγιό σου
Δεν μ’ άφησες ευχή, δεν πρόκανα, παρά ένα χαμόγελό σου
και μου ’ρθε ταραχή ακόμα πιο πολύ
Ένιωσα πως ήρθε το κακό μες στην ψυχή και ευθύς,
μια άγνωστη παράξενη αγκαλιά με πήρε ταξίδι μακρινό
κι έβαλε το άδειο μου κορμί να κάτσει σε σκαμνί
και ν’ αγναντεύει φανερά την κόλαση γυμνή
Σκότος βαθύ ήρθε μες στη ματιά μου
καθώς έβλεπα πάνω απ’ το κεφάλι σου το Χάρο να γελά
και ν’ ατενίζει με χαρά το μαύρο του δρεπάνι
Μόνο δεν κράτησε πολύ·
σε άρπαξε μαζί του και πήρε τη φυγή
Έτσι νόμισα και πλάνταξα. Κι εκεί, την ίδια τη στιγμή,
μέσα απ’ το πέπλο της μαύρης μου οδύνης,
βλέπω έναν άγγελο να μου χαμογελά και να μου λέει:
«Μη σκιάζεσαι για την ψυχή!
Κι ανέβηκε με μιας πικρό το σάλιο στο λαιμό μου
Τινάχτηκα για μια στιγμή σα να ’μουν δαγκωμένος
Χάθηκε η ταραχή, τέλειωσε το ταξίδι
και γύρισα απ’ τ’ ανύπαρκτο ταξίδι που είχα αφανιστεί
Κι αφού όλα με μιας χαθήκαν ήρθε ξανά η ζωή
φέρνοντας τα παιδιά μου
Κι έμεινα εγώ, η νύφη σου, λίγοι καλοί μας συγγενείς
και το δικό σου το κορμί χωρίς πλέον ψυχή…
Ήρθα και φέτος απ’ τα ξένα, μάνα, να σε βρω,
Στον τάφο σου να κάτσω, κουβέντες να σου πω.
Πιάνω στα χέρια μου τ’ άγια κόκκαλά σου,
γυμνά· καθάρια σαν κρούσταλλα
Αναρριγώ! Κι είναι σα να κρατώ στα χέρια μου
μια αναμάρτητη ζωή
Αναρριγώ, με καημό και θλίψη, πάλι ο νους μου τρέχει...
Σε βλέπω ξαφνικά να μ’ έχεις αγκαλιά, να με χαϊδεύεις
με στοργή, να με φιλάς, να μου μιλάς
και να διώχνεις μακριά τους παιδικούς μου πόνους
Τότε που ήμουνα παιδί, μα ακόμα και μετά
Να νιώθω σιγουριά, δύναμη, ηρεμία
Ταραγμένη είναι η ψυχή μου, μάνα
Αργοσβήνει, σου λέω, από πόνο φριχτό
Προσπαθώ να πιαστώ απ’ τη σκιά της ματιάς σου
κι απ’ τ’ αχνάρι που χάθηκε στης ζωής τον καημό
Στερήθηκα πολλά και πάλεψα σκληρά για να ορθοποδήσω
Με τη δική σου συμβουλή, αγάπη και σοφία,
πολλά απ’ αυτά κατάφερα, κάπως να τα νικήσω
Και όταν καμιά φορά απόκαμα, δεν είχα αντοχή,
μ’ έπιανες τα χέρια και μου ’λεγες να ’χω υπομονή
Μ’ έδωνες ευχή, με τον καιρό, έλεγες, όλα θα τα κερδίσω
Μα εγώ τα βλέπω δύσκολα, βαριά· αδάμαστα βουνά
Μου λείπει πια η σκιά σου, πώς θες να τα νικήσω
Κι είναι αυτό ένα βάσανο μεγάλο στην καρδιά μου
Φαρμακωμένη η ψυχή μου, μάνα, απ’ το χαμό σου
Νιώθω χαμένος, εξοφλημένος, άδειος
κι ο καημός μου γίνεται ακόμη πιο μεγάλος
Σου λέω κι αυτό, έτσι να ξελαφρώσω
Έχω γιομίσει στους τοίχους φωτογραφίες δικές σου
Ακόμα κι από τότε, που ήσουνα κοπέλα
Κι άλλες απ’ τις πολλές πικρές σου μέρες
κι απ’ τις γλυκές, που ήταν λιγοστές
Σε όλες είμαι κι εγώ μαζί σου
Κι εκεί, κάποια φορά, βρίσκω παρηγοριά
Μα είναι της στιγμής και χάνεται ξανά
Έρχεται μοναξιά, κρύα, οδυνηρή, μου τρώει τα σωθικά
Καταφεύγω ξανά και ζητώ μυστικά
Το καντήλι ανάβω με ευχές στη δική σου ψυχή
Και από σε περιμένω στ’ όνειρό μου να ’ρθεις
Έλα στον ύπνο μου για μία φορά
Έλα και δως μου ευχή, που μου λείπει πολύ
Να νιώσω κι εγώ, την σκιά σου κοντά, να μου δίνει χαρά
Πάλι σ’ το λέω μου ’χεις λείψει πολύ
Ήρθα και φέτος απ’ τα ξένα, μάνα, να σε βρω
και με λατρεία προσκυνώ τ’ άγια κόκκαλά σου.
Είσαι για μένα αθάνατη· μένεις μες στην καρδιά μου
Είσαι στο δρόμο μου η σκιά κι αχνάρι της ζωής μου
(Από τη Β` Συλλογή το Β. Φ.) 20.11.1993

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ τα σχόλια να γίνονται μόνον επώνυμα!